διανοητικός

διανο-ητικός, ή, όν,
A of or for thinking, intellectual,

ἡ δ. κίνησις Pl.Ti.89a

; ἀρετὴ δ., opp. ἠθική, Arist.EN1103a14, etc.;

ἐπιστήμη δ. Id.Metaph.1025b6

; δ. μέρη, of a play, parts which display thought, Id.Po.1460b4;

δ. σύγκρισις Epicur.Nat.14.20

; δ. φαντασίαι mental images, Cic.Fam.15.16.1; discursive, opp. νοερός, Dam.Pr.415: [comp] Comp. -ώτερος ib.219. Adv.

-κῶς Arr.Epict.1.14.7

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διανοητικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοητικός — ή, ό (Α διανοητικός, ή, όν) [διανοούμαι] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη διανόηση 2. εμβριθής, βαθύνους νεοελλ. φρ. α) «διανοητική έκπτωση» μείωση τών νοητικών ικανοτήτων οφειλόμενη είτε σε γηρατειά ή σε νευροψυχικές διαταραχές β)… …   Dictionary of Greek

  • διανοητικός — [дьяноитикос] εκ. умственный, интеллектуальный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διανοητικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που αναφέρεται ή ανήκει στη διανόηση, στη νόηση. 2. ο στοχαστικός, ο βαθυστόχαστος: Διανοητική ποίηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διανοητικά — διανοητικός of neut nom/voc/acc pl διανοητικά̱ , διανοητικός of fem nom/voc/acc dual διανοητικά̱ , διανοητικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοητικώτερον — διανοητικός of adverbial comp διανοητικός of masc acc comp sg διανοητικός of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοητικῶν — διανοητικός of fem gen pl διανοητικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοητικόν — διανοητικός of masc acc sg διανοητικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοητικαῖς — διανοητικός of fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοητικαί — διανοητικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανοητικοῖς — διανοητικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.